domingo

8
Αγαπημένοι μου Άλβαρο και Άλβαρο δεν μπορώ να μη σας γράψω πάλι αφού εσείς είστε ο,τι έχω κι ο,τι είχα απο τότε που... Εσείς που γεννηθήκατε με τρεις μέρες διαφορά, εσείς που με φιλήσατε με τρεις ώρες διαφορά, εσείς που με σώσατε ο καθένας με τον τρόπο του, αλλά τελικά με τον ίδιο τρόπο. Με όσα γράφατε για μένα τις νύχτες κρυφά η φανερά στα δωμάτιά σας. Είστε σαν δυο παιδιά μου που σας έκανα να αγαπηθείτε και ξέρω πως και μόνο γι αυτό θα με αγαπάτε για πάντα. Ξέρω πως πλέον βρήκε ο ένας ακριβώς αυτό που ζητούσε. Οι δυο ευφυίες μου, μέσα στο σπίτι μου κι οι δυο, μέσα στο κεφάλι μου, στη Rua dos Douradores όλοι μαζί να περπατάμε κι όταν τελειώνει να κάνουμε στροφή και πάλι πίσω όλο το δρόμο που δεν τελειώνει, γιατί η ζωή βρίσκεται εκεί. Λατρεμένε μου Άλβαρο, ξέρω οτι είσαι θυμωμένος σήμερα κι οι εφημερίδες σε χώσανε στα βρωμερά τους μπεστ σέλερς. Μπεστ σέλερ στο νούμερο 8 καψερέ μου, μαζί με όλους εκείνους που απεχθάνεσαι, να σε διαβάζουν όλοι εκείνοι που απεχθάνεσαι. Ξέρω οτι θυμώνεις αλλά ξέρω πως σε πολύ λίγο δεν θα σε νοιάζει γι αυτό μπορώ να αλλάξω ήρεμα τη γάζα μου χωρίς να περιμένω να κουνήσεις πιάτα στο νεροχύτη όπως τότε που άκουγες τον άλλο μου Άλβαρο να σου μιλάει. Αγαπημένε μου Άλβαρο, είσαι ο σούπερ Πεσσόα μου, και ξέρεις να οδηγάς ελικοπτερα και σε περιμένω να ρθεις να με πάρεις να πετάξουμε όπως στα ονειρά σου. Να πετάξουμε πάνω απο την κοιλάδα που τη φοβάμαι γιατί θα μου πέσει ο βράχος στο κεφάλι. Να φτάσουμε στο δωμάτιο της φασαρίας, και να περιμένουμε το σαββατόβραδο να μου τον χώσεις γρήγορα για να προλάβουμε μη μας πιάσουν στα πράσσα όπως τότε που παραλίγο που ακόμα το σπέρμα στέγνωνε πάνω μου κι έπρεπε να είμαι ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους. Τρεις μέρες σου γράφω. Τρεις μέρες σας γράφω, κρατάει πολύ αυτό το γράμμα κι ας μη λέει τίποτα. Μακάρι να ήμουν σαν εσάς που μπορείτε να πείτε το σύμπαν σε μερικές γραμμές. Δεν είμαι το ξέρω όμως είμαι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο που σας έκανα να καταλάβετε οτι αν δεν υπήρχα, δεν θα ερωτευόσασταν. Είμαι η αλυσίδα σας κι η προξενήτρα σας. Είστε ο αέρας μου, οι γάζες μου , το φάρμακό μου. Είστε το αντιβιοτικό μου σύμπαν, είμαι η arixtra σας. Σας λατρεύω και τους δυο μέχρι το βουνό...Άλβαρο; Είμαι το μέλλον ναι μόνο αν έχω εσένα στο παρόν...
Υ.γ: σιχαίνομαι τα υστερόγραφα, είναι πάντα ψέμματα. Αν δεν ήταν θα καθόντουσαν εκεί μαζί με τα άλλα γράμματα...

terça-feira

segunda-feira

.

851124

Εκείνο το πρωί πονούσε ο λαιμός μου και δεν μπορούσα να καταπιώ. Πήγα στο φαρμακείο και η κυρία μου έδωσε καραμέλες που τις βάζεις κάτω από τη γλώσσα, εγώ όμως δεν θυμόμουν πού έχουμε τη γλώσσα μας οι άνθρωποι γιατί εκείνον τον καιρό τα μέλη μου είχαν αλλάξει θέση από τον έρωτα. Από τις εννιά μαγείρευα μελιτζάνες με σκόρδο και κρέας το πιο αγαπημένο μου που τρώγεται με τα χέρια και μισό κιλό φέτα και εννιακόσιεςτριανταχίλιες φέτες ψωμί. Μύριζε όλο το Ίλιον μελιτζάνες κι ο Satie έπαιζε στο ριπιτ. Όταν τελείωσα το μαγείρεμα μου είπε πως αυτή τη μυρωδιά είχε στο μυαλό του όταν συνέθετε την τρίτη γυμνοπαιδία αλλά δεν ήξερε πώς να την ονομάσει. Του είπα πως λέγεται μελιτζάνες με σκόρδο και κρέας και μου είπε πως αν τον αφήσω να δοκιμάσει δεν θα μας αφήσει ποτέ ορφανούς απο πιάνο. Συμφωνήσαμε και μετά από λίγο μπήκες κι ήσουν όλος ένα ροκανίδι. Όλα αυτά έγιναν έναν Απρίλιο που λιωνόμασταν αλεπάλληλα και γω τότε αγαπούσα εκείνο το σπίτι που από κείνον τον Απρίλιο πηγαίνω κάθε μέρα και θα πηγαίνω για πάντα αλλά δεν θέλω να ξαναπεράσουμε ποτέ απο κει. Μερικές φορές με ξεγελάς και περνάς απο κάτω εκεί στο ντιβιντάδικο που τους έκλεψες εκείνη την ταινία που δεν είδαμε ποτέ και θέλω να σου φωνάξω πως ξέρω πού είμαστε κι ας μην το λέω. Το σιχαίνομαι εκείνο το σπίτι, το φαντάζομαι και μου ανεβαίνουν οι μελιτζάνες. Το φαντάζομαι κι εκεί μέσα είναι όλη η ευτυχία μου. Σε περιμένω να έρθεις να σου μαγειρέψω. Το να σου μαγειρεύω είναι ιερό σα να σε γλύφω, σα να σε χύνω, να σε υπηρετώ πιστά ολόπιστα, να προσέχω μη μου φύγει ούτε ένα υλικό που μπορεί να μη σ' αρέσει, ναι αυτό μπορεί να με τσακίσει. Είσαι ο ταπάντα και τα κύτταρά μου έχουν σκοπό να σε κάνουν ευτυχισμένο κάθε δευτερόλεπτο. Δε με νοιάζει για μένα. Εγώ έτσι κι αλλιώς και να μη φάω, έχω πάντα ένα χάπι να πάρω. Κάτι βάζω στο στόμα μου. Να αυτές τις μέρες πίνω καφέ με γεύση Norgesic και πριν λίγο καιρό είχε γεύση Ceclor η Duphaston ή Ζιρτέκ και πιο παλιά Ginofen τελοσπάντων μη σε νοιάζει υπάρχει μεγάλη ποικιλία για μένα. Έβαψα τα νύχια μου μάυρο εφηβικό. Είχα δεκαπέντε χρόνια να το κάνω και κάθομαι να τα χαζεύω και προσπαθώ να σκεφτώ αν μοιάζουν με χέρια δεκαεφτάχρονης, όχι δε μοιάζουν, τα καψίματα απο τις σιλικόνες και τις μελιτζάνες τα έχουν κάνει να φαίνονται πιο γερασμένα. Είμαστε πάλι μακρυά και αυτή τη φορά αυτό θα τελειώσει πια οριστικά . Έκαψα τα μάτια μου χτες στα ενοικιάζεται διαμέρισμα, τελικά έκλεισα ένα στην Αλφάμα, στη Rua Norberto Araùjo n. 13 χωρίς να το σκεφτώ. Δεν έχει θέρμανση sim aquecimento όπως είπε και η κυριούλα, όμως όλη μέρα το βλέπει ο ήλιος κι έτσι μέχρι το μεσημέρι έχει ζέστη. Το βράδυ έτσι κι αλλιώς θα ανάβουμε εκείνο το λαδιου που κάνει τσικ τσικ τσικ τσικ και μυρίζει σπίτι και λίγο άλτις, μην κοροϊδεύεις αλήθεια του λαδιού μυρίζουν ελαιόλαδο. Εεε θα βλέπουμε λίγο σκι και μετά θα με κοιμίζεις. Θα σηκώνεσαι πρώτος και θα πηγαίνεις μέχρι το Περιστέρι με το ελικόπτερό σου. Εγώ θα' ρχομαι με το carris μερικές στιγμές μετά, και θα πίνουμε καφέ και θα ακούμε τον Πετρίδη της Πορτογαλίας και μετά θα κοροϊδεύουμε την εκει Τζουλιέτα Καρόρη που θα τη λένε Julieta Estrela. Θα φορτώνουμε με καφεΐνη τους ανθρώπους και θα επιστρέφουμε στην Αλφάμαμας κουρασμένοι, θα ανοίγουμε το λαδιού τσικ τσικ τσικ το θορυβάκι, και θα μας παίρνει ο ύπνος κάτω από την πράσινη κουβέρτα την ώρα που θα σου λέω πως μ' αρέσει όταν μπαίνω σε τουαλέτες μαγαζιών, να κατουράω πολύ δυνατά. Ειδικά όταν καταλάβω πως κάποιος έχει έρθει και περιμένει να μπει, τότε βάζω όλη μου τη δύναμη και κατουράω όσο πιό δυνατά γίνεται. Σφίγγομαι σφίγγομαι κι ύστερα αφήνομαι και ακούγεται ένας μεγάλος θόρυβος και ξέρω πως αυτός ο ήχος είναί τόσο οικείος στον εκάστοτε απ' έξω άνθρωπο. Είναι ο ήχος που όλοι ξέρουν καλά αλλά νιώθουν γι' αυτόν αμηχανία και ντροπή. Κάθε φορά που εγώ περιμένω απ' έξω αισθάνομαι τους απο μέσα ανήσυχους, προσπαθούν όλοι να κάνουν ησυχία, να πνίξουν τον ήχο της ανακούφισής τους κι εγώ κατουράω καταρράκτες στα μούτρα τους και στ' αυτιά τους και κρυφοχαμογελάω κάπως γιατί ξέρω πως περιμένουν να ανοίξω την πόρτα σα λυσασμένοι. Θέλουν να δουν το πρόσωπο αυτού που κατουράει με τόση αναίδεια. Συνήθως οι γυναικουλίτσες με κοιτάζουν ενοχλημένες ή αν είναι δυο-δυο όπως συνηθίζουν, μπορεί και να κοροϊδεύουν. Θέλω να τους πω πως είναι πιο ντροπή να βάζουν μια γυαλιστερή μαλακία στα χείλια τους κρυφά στην τουαλέτα επειδή η γυαλιστερή μαλακία έφυγε από το πιπινοποτό με χαμηλές θερμίδες που πίνουν, κι ας μην κάνει θόρυβο. Σκέφτομαι πως αν ήμουν άντρας δεν θα φιλούσα ποτέ γυαλιστερά χείλια. Με αηδίαζαν απο μικρή. Είναι τόσο ψεύτικα. Δεν έχω βάλει ποτέ γυαλιστερή μαλακία στα χείλια μου και τώρα που το σκέφτομαι δεν τα γλείφω κιόλας εκτός από τις ώρες που καταπίνω τον εαυτό σου. Η μοναξιά του φύλου μου καμιά φορά μου παγώνει το αίμα. Εγώ ζητούσα από τον περιπτερά έναν καπνό και κρεμόταν πάνω από το κεφάλι μου ένα ροζ πράμα που έγραφε μταξύ άλλων, απλά τρικ για χείλια ζουμερά ή κάντε τα χείλια σας να φαίνονται μεγαλύτερα, κάπως έτσι τελοσπάντων. Έγραφε κι άλλα, πώς να τον τρελάνετε στο κρεβάτι, διακοπές μόνος του: ΠΟΤΕ. Το πήρα και πήγα στη δουλειά. Μου χτύπησε ο Λάκης τον καφέ γιατί εμένα το χέρι μου περνάει βδομάδα Norgesic και δεν χτυπάει καφέδες κι άσε που η σχιζοφρένειά του Λάκη τον μεταμορφώνει σε φραπεδιέρα επαγγελματικής χρήσης. Κάθισα και άνοιξα το ροζ πράμα που όσο το κουβαλούσα μέχρι τη δουλειά ένιωθα σα να κουβαλάω όπλα ή ναρκωτικά. Διαφημίσεις παντού. Δέρματα χωρίς πόρους παντού. Συμβουλές για το πως να γίνεις τίποτα. Και να, έφτασα στη σελίδα που με ενδιαφέρει. Πάνω απ' όλα και μέσα σε ένα κατακόκκινο SOS γραμμένο με κεφαλαία και θαυμαστικά: Τα γυαλιστερά χείλια δείχνουν μεγαλύτερα. Τεράστια γράμματα, ανακεφαλαίωση ένα πράμα, ακόμα κι αν τα ξεχάσεις όλα αυτό μην το ξεχάσεις ποτέ. Σκέφτομαι τις εκείνες που πηγαίνουν στις τουαλέτες και γυαλίζουν, ξανά και ξανά, σήλερ 2 συστατικών, σουλφασέρ, βελατούρες είναι τα μόνα γυαλιστικά που ξέρω εγώ. Ααα και το ΜΑR στο κόκκινο μπουκάλι για τα μάρμαρα. Τις λυπάμαι, με αηδιάζουν, με κουράζουν, με εμποδίζουν. Νιώθω μόνη μου. Βγαίνω με θλίψη από τις τουαλέτες, και κάθομαι σαν δαρμένη στη γωνία μου. Είμαστε λίγοι και είναι πολλοί. Ναι αγάπη μου, μας εμποδίζουν, όχι όχι δεν μας εμποδίζουν ουσιαστικά το ξέρω. Μερικές φορές όμως είναι πολύ στριμωχτικοί όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Εϊναι παντού. Είναι και λίγο σαν εμάς. Είναι στην τουαλέτα, στο δρόμο, στις συναυλίες, στην εθνική, στη Χαλκίδα και ποτίζουν το δρόμο, ήταν και στη ζωή μας κάποτε αλλά δεν το λέμε γιατί δεν θα ξαναμπούν και δε μετράει. Πάγωσαν τα δάχτυλά μου κι όταν με ζάλιζες να καπνίσω στριφτά δεν μου είπες πως όταν έχει κρύο τα χέρια ξεραίνονται και δεν μπορούν να στρίψουν. Εδώ, το χω να πάρω ένα Gauloises αλλά έχω υποσχεθεί να μην σε προδώσω ποτέ και δεν το κάνω. Είναι απο αυτές τις φορές που το να σταματήσω να γράφω είναι σα να πρέπει να σταματήσω να αναπνέω, κι ευτυχώς που λύσσαξα να καπνίσω ένα τσιγάρο και θα πρέπει να το στρίψω και θα μπει ένα στοπ κι έτσι κι αλλιώς μόλις σχόλασες και πρέπει να τρέξω να σου μαγειρέψω καμαρόες και να ανάψω το άλτις.

quinta-feira

.

31011910
Όλο το μεσημέρι διασχίσαμε εννιά φορές εννιά χώρες για να αγοράσουμε θάλασσα για το μπαλκόνι γαμω την παναγία του Τζάμπο. Μια εσύ, μια οι πορτογάλοι θα με αφήσετε κι εμένα να γράψω τίποτα; Είμαι τόσο κουρασμένη από τον προχτεσινό θάνατο που με δυσκολία στρίβω τσιγάρα απλά και μόνο επειδή όταν είσαι στεναχωρημένος πρέπει λέει να καπνίζεις βομβαρδιστικά. Τελικά έχω καταλάβει πως τα στριφτά δεν ταιριάζουν με τη στεναχώρια αλλά έτσι κι αλλιώς δεν έχω λεφτά να αγοράσω τσιγάρα. Προσπαθώ με νύχια και με δόντια να γίνω ευτυχισμένη και παίζουμε το παιχνίδι ΟχιΕσύΠρέπει..., αααα ΟχιΕσύΠρέπει... και μετά παίζουμε το ΝαιΑλλαΕγώ... Δεν είναι ωραία παιχνίδια και σίγουρα όχι για όλη την οικογένεια αλλά αυτά έχουμε τώρα που κολλήσαμε αυτές τις αρώστιες. Εγώ παίρνω αντιβίωση για την σοβαρή μου ασθένεια που οι επιστήμονες την ονομάζουν Περιμένω κι εσύ πάσχεις από την άλλη την ΣκέφτομαιΝιώθωΘέλωΑλλάΔενΜιλάω. Οι γιατροί λένε οτι όσοι έχουν αυτές τις δύο αρρώστιες δεν μπορούν να συνυπάρξουν κι εμείς καιρό τώρα προσπαθούμε να τους διαψευσουμε και περιμένουμε να ακούσουμε μια μέρα στις ειδήσεις για τη νέα ιατρική ανακάλυψη που θα λέει οτι έρευνες απέδειξαν οτι τελικά μπορούν και παραμπορούν να συνυπάρξουν αυτές οι δυο αρρώστιες σε ένα σπίτι αλλά τελικά θα χαρακτηριστεί θαύμα της επιστήμης μιας και δεν γίνεται να επαναληφθείπ οτέ κι από κανέναν. Ο δικός μου ανεμιστήρας είναι πιο δυνατός και στο ένα με ξεπαγιάζει, ενώ ο δικός σου στο τρία και πάλι ζεσταινόμαστε. Οι άνθρωποι που έτσι κι αλλιώς αγαπιούνται, αγαπιούνται το χειμώνα πιο πολύ. Δεν ξέρω γιατί γίνεται αυτό αλλά το καλοκαίρι δεν είναι για τους ερωτευμένους. Η αγάπη θέλει λίγη θλίψη και γκρίζο χρώμα και μια βουβή, υποβόσκουσα αξιοπρεπή ευτυχία που καμία σχέση δεν έχει με την χαζοχαρουμενιά του πολύχρωμου καλοκαιριού. Εμείς μέσα σε εκατομμύρια τουρίστες καθόμαστε κάτω από την ακρόπολη και ακροπολιζόμαστε μόνοι σε ένα γωνιακό τραπεζάκι. Κουβεντιάζουμε για τα σχεδόνόλα, γελάμε, θυμώνουμε, ξεσκιζόμαστε αλλά πάντα κάπου εκεί στο τέλος της οδού έχουμε αγαπηθεί λίγο περισσότερο απο πριν. Κατέχουμε το ρεκόρ κοπανιστού έρωτα μιας και χτυπιόμαστε δεξιά αριστερά πάνω και κάτω εδώ και πολύ καιρό χωρίς γρατζουνιά. Αλληλοβασανιζόμαστε και είναι αυτό οι παρενέργειες των ασθενειών μας και ξέρουμε πως μόνο μαζί γιατρεύονται, με το ίδιο φάρμακο αλλά εσύ δεν παίρνεις ούτε ντεπόν κι έτσι μένω εγώ που έτσι κι αλλιώς τα φάρμακα είναι η φυσική μου διατροφή να μπουκώνομαι αλλά πάλι δεν λειτουργεί έτσι το πράμα. Εδώ στο σπίτι με την αυλή είναι αλλιώς. Δεν τρώω και δεν φτιάχνω καφέ. Δεν βλέπω τηλεόραση και δεν ξυπνάω νωρίς. Περάσαμε 20 μέρες με ένα λάστιχο στο χέρι, εκεί στο μπαλκόνι της μαμας σου με τα τριαντάφυλλα. Σε εκείνο το μπαλκόνι που σχηματίζει ένα γάμα κι έχει δυο βρύσες, μια στη μία άκρη και μία στην άλλη και ξεκινούσαμε κι οι δυο απο κάθε άκρη να ποτίζουμε μέχρι να συναντηθούμε εκεί στη γωνία και να ποτίσουμε την ίδια γλάστρα με τα τριαντάφυλλα, να ενώνουμε τις ροές του νερού και τις ροές μας ποτίζοντας τα τριαντάφυλλα που κοίτα πόσο γρήγορα άνθισαν σα μανιασμένα μα μέχρι να έρθει η μαμά σου μαράθηκαν λές κι έπρεπε να τα δούμε μόνο εμείς. Σ' αγαπάω γιατί μόνο μαζί θα μπορούσαμε να μεγαλώσουμε τόσα τριαντάφυλλα με 40 βαθμούς και σ' αγαπάω γιατί εκείνη τη μέρα που πήγαμε στα ADIDAS ήξερες κι εσύ πως δεν θα βρίσκαμε παπούτσια αφού δεν είχαμε πόδια αλλά φτερά αλλα παρόλαυτά πήγαμε και κάναμε πως ψάχναμε, και σ'αγαπάω γιατί το απόγευμα που πήγαμε στη Σίνδο είχα βάλει και ρουζ για πρώτη φορά κι εσύ το είχες καταλάβει, και γιατί το τραγούδι του έρωτά μας μπορεί να είναι η Μπεμπέ Λιλύ, και γιατί φοράς μπλούζα HITACHI και αν ζούσαμε σε άλλο ημισφαίριο θα ψηφίζαμε δαγκωτό Agnaldo Timoteo για δήμαρχο και τελικά έιναι όλα σαν υπέροχα εκτός από τα φαντάσματά μας που μας κηνυγάνε και μερικές φορές απλώνουν τα χέρια τους κάτω από το κρεβάτι και μας πιάνουν τα πόδια. Μερικές φορές δεν μπορώ να σε συγχωρήσω που δεν με προστατεύεις απο αυτά και γίνομαι η πιο θυμωμένη του Αυγούστου κι εκείνες τις ώρες παραλύω κάπως, χτυπάει η αρρώστια παντού μέσα μου και δε φταίω που ανθρώπινος εγκέφαλος βγαίνει και σε αρρωστημένη συσκευασία. Είμαστε το πιο αντιφατικό τρίδυμο που υπάρχει. Εγω εσύ κι αυτός. Τα τρία πιο ολόιδια αταίριαστα πλάσματα σαν τη Rua Augusta που για είδοσο έχει το πιο μεσαιωνικό χρώμα κι αριστερά έχει τα επώνυμα μαγαζιά κι ακριβώς απέναντι παστελαρίες με σκουριασμένες καρέκλες, πρόχειρες αλουμινοκατασκευές και ξεβαμένα PVC και rissois de camarao που γαμάνε θεούς, κι όταν με Τα(γ)ίζεις να λιώνομαι αλλά όσο κι αν φουσκώσω δεν στο είπα αλλά δεν θα ξαναπιώ ποτέ κοκακόλα κι όυτε θα ξαναπώ τη λέξη ποτέ, όπως και δεν θα ξαναγκαλιάσω ποτέ το δεξί σου χέρι, ναι ναι παρενέργειες είναι όλα αυτά από τα φάρμακα που με άφησες να παίρνω μόνη μου. Τώρα που το σκέφτομαι μετονομάζω την κ _ _ _ _ _ _ α σε πόρτο και πρόσεξε να μην την ξαναπείς κι εσύ έτσι ποτέ, και το χέρι σου να το ξεβιδώσεις να το πάμε σε έναν μάστορα να το ασταρώσει για να μπορώ να στο αγκαλιάσω και πάλι αλλά όχι με τα δυο μου χέρια γιατί κι αυτό το χάλασε η ίδια αρρώστια της κ _ _ _ _ _ _ α , και φτάνει τώρα μ' αυτά είναι αυτονόητα και γω τα αυτονόητα τα σιχαίνομαι όσο σιχαίνομαι τις αυτονόητες ταμπέλες στις τουαλέτες που γράφουν "μη ρίχνετε χαρτιά στη λεκάνη". Το διαβάζω και το μεταφράζω αυτόματα "Μη ρίχνετε τον εαυτό σας στα σκατά", καζανάκι και έξω. Μεσημέριασε και νύχτωσε μαζί. Ώρα να ακολουθήσεις τη θεραπεία του εσεμες που έστειλες προχτές το βράδυ και ν' αρχίσεις να παίρνεις φάρμακα κι εσύ.

domingo

122-15
(13.6.1888/16.6.1977/13.3.2009/13.6.2010/)



No tempo em que festejavam o dia dos meus anos,



Eu era feliz e ninguém estava morto.



Na casa antiga, até eu fazer anos era uma tradição de há séculos,



E a alegria de todos, e a minha, estava certa com uma religião qualquer.



No tempo em que festejavam o dia dos meus anos,



Eu tinha a grande saúde de não perceber coisa nenhuma,



De ser inteligente para entre a família,



E de não ter as esperanças que os outros tinham por mim.



Quando vim a ter esperanças, já não sabia ter esperanças.



Quando vim a.olhar para a vida, perdera o sentido da vida.



Sim, o que fui de suposto a mim-mesmo,



O que fui de coração e parentesco.



O que fui de serões de meia-província,



O que fui de amarem-me e eu ser menino,



O que fui — ai, meu Deus!, o que só hoje sei que fui...



A que distância!...



(Nem o acho... )



O tempo em que festejavam o dia dos meus anos!



O que eu sou hoje é como a humidade no corredor do fim da casa,



Pondo grelado nas paredes...



O que eu sou hoje (e a casa dos que me amaram treme através das minhas lágrimas),



O que eu sou hoje é terem vendido a casa,



É terem morrido todos,



É estar eu sobrevivente a mim-mesmo como um fósforo frio...



No tempo em que festejavam o dia dos meus anos ...



Que meu amor, como uma pessoa, esse tempo!



Desejo físico da alma de se encontrar ali outra vez,



Por uma viagem metafísica e carnal,



Com uma dualidade de eu para mim...



Comer o passado como pão de fome, sem tempo de manteiga nos dentes!



Vejo tudo outra vez com uma nitidez que me cega para o que há aqui...



A mesa posta com mais lugares, com melhores desenhos na loiça, com mais copos,



O aparador com muitas coisas — doces, frutas, o resto na sombra debaixo do alçado,



As tias velhas, os primos diferentes, e tudo era por minha causa,



No tempo em que festejavam o dia dos meus anos. . .



Pára, meu coração!



Não penses! Deixa o pensar na cabeça!



Ó meu Deus, meu Deus, meu Deus!



Hoje já não faço anos.



Duro.



Somam-se-me dias.



Serei velho quando o for.



Mais nada.



Raiva de não ter trazido o passado roubado na algibeira! ...



O tempo em que festejavam o dia dos meus anos!...
 
Τα κατάφερες...είδες; είδες;
Ξέρω δε συμφωνείς τόσο έυκολα. Μας δοκιμάζεις ακόμα.
Αλλά εγώ σου λέω τα κατάφερες...
Εεεεεεεεεεεεε εσείς οι  (εβδομήντα) δυο ακούτε;
Είστε ο,τι έχω αγαπήσει πιό πολύ...
Ο,τι με φόβισε και με πόνεσε.
Είστε εγώ.
Είμαστε εβδομήντατέσσερις...
Χρόνια Πολλά 

segunda-feira

sábado

.

5380

Η αγωνία μου βρίσκεται μέσα στα τσιγάρα μου τα τσιγάρα μου μέσα στα πνευμόνια μου τα πνευμόνια μου στο έλεός σου...